Jump to content

Wp/tsd/Τθούμα

From Wikimedia Incubator
< Wp | tsd
Wp > tsd > Τθούμα
Τ̔ούμα

Το τ̔ούμα (τ̔α Αγγλικά «mouth» τσ̑αι τ̔α Ελληνικά «στόμα») έν̇ι μέρι του σωμάτου.